ΙΕΡΕΣ ΜΟΝΕΣ

ΑΡΧΙΕΡΑΤΙΚΟΣ ΕΠΙΤΡΟΠΟΣ ΦΕΝΕΟΥ: Πρωτοπρεσβύτερος Αναστάσιος Ξύδης Τηλ. 27470 41243

 

ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΦΕΝΕΟΥ
ΥΠΕΥΘΥΝΟΣ:
ΤΕΛΩΝ ΧΡΕΗ ΗΓΟΥΜ/ΛΙΟΥ ΑΡΧΙΜ. ΠΕΖΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ: ΓΚΟΥΡΑ Τ.Κ. 20014 ΤΗΛ. 27470 41238

λεπτομέρειες...

Η  Ιερά Μονή του Αγίου Γεωργίου Φενεού χαρακτηρίζεται «νέα» προς διάκριση από την παλαιά Μονή που βρισκόταν νοτίως της σηµερινής, χαµηλότερα, σε απόσταση 1,7 χλµ. Από την παλαιά Μονή (Παλαιοµονάστηρο) διασώζεται µόνο ο ναός. Κατά την παράδοση η παλαιά Μονή «κείται εις ερείπια μεταξύ του χωρίου Καλύβια και της εν ενεργεία Μονής του Αγίου Γεωργίου» και ιδρύθηκε τον 14ο αιώνα από κάποιον µοναχό, ο οποίος καταγόταν από τα Καλάβρυτα. Η µεταφορά της Μονής στη σηµερινή της θέση έγινε εξ αιτίας των πληµµυρών της λίµνης Φενεού, η οποία πολλές φορές κατέκλυζε ολόκληρο το λεκανοπέδιο και απειλούσε τα παραλίμνια χωριά. Στο τέλος του 17ου αιώνα (πριν από το 1700) φαίνεται ότι σηµειώθηκε η µεγαλύτερη πληµµύρα. Τότε τα νερά έφθασαν και κατέκλυσαν την παλαιά Μονή με αποτέλεσμα οι μοναχοί να αναγκαστούν πανικόβλητοι να την εγκαταλείψουν και να αναζητήσουν ψηλότερα, άλλη ασφαλέστερη τοποθεσία. Όπως μαρτυρεί επιγραφή εκατέρωθεν της εισόδου της νέας Μονής (16-93),  αυτό έλαβε χώρα το 1693.[1] Η χρονολογία αυτή επιβεβαιώνεται και από σωζόµενη σφραγίδα πoυ φέρει την επιγραφή:   «σφραγίς της ιεράς και σταυροπηγιακής µονής του Αγίου Μεγαλοµάρτυρος Γεωργίου Φονιά εν τη Πελλοπονήσσω 1693».  Η Μονή ήταν Πατριαρχική και Σταυροπηγιακή, δηλαδή υπαγόταν απ’ ευθείας στο Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωσταντινουπόλεως και όχι στο Μητροπολίτη της περιοχής. Στα θεµέλιά της έφερε «σταυροπήγιον», δηλαδή σταυρό που είχε στείλει για το σκοπό αυτό ο Πατριάρχης. H Μονή αποκαλείται «του Φονιά» από το όνοµα του πλησιέστερου χωριού Φονιά. Η λέξη Φονιά ή Φονιάς είναι πιθανόν παραφθορά της αρχαίας λέξεως Φενεός.[2]Όπως αναφέρει σιγίλλιον του Πατριάρχη Παϊσίου, του έτους 1740, πενήντα χρόνια περίπου µετά την ίδρυσή της, δηλαδή λίγο πριν από το 1740, η Μονή κάηκε εντελώς: «πυρίκαυστον εγένετο, εξ ολοκλήρου πυρποληθέν... μη μόνον την οικοδομήν αυτού άπασαν, αλλά και πάντα τα εμπεριεχόμενα αυτώ ανέκαθεν πατριαρχικά σιγιλλιώδη γράμματα»[3]. Η Μονή αναγεννήθηκε εκ τέφρας, με τη συνδρομή των προεστών Παγκρατίου, Ανθίμου, Παρθενίου και Ανανίου, ηγουμενεύοντος του Δοσιθέου το 1745. Αυτό μαρτυρείται σε ανορθόγραφη επιγραφή που βρίσκεται πάνω από τη μοναδική είσοδο του ναού, στη νότια πλευρά του, και έχει ως εξής:  (ΕΙΣ)ΕΛΘΕΤΑΙ ΜΕΤΑ ΦΟΒΟΥ ΕΙΣ ΤΟΝ ΟΙΚΟΝ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΚΑΙ ΣΤΙΤΑΙ ΜΕΤΑ ΦΟΒΟΥ. 1745. Στο εσωτερικό του ναού, ακριβώς πάνω από την είσοδο, μια άλλη ανορθόγραφη επιγραφή μαρτυρεί ότι το τέμπλο φιλοτεχνήθηκε το 1762 και επιχρυσώθηκε το 1768: «Ανεκενοίσθη εκ θεμελίου ο θύος ούτος και πάνσεπτος να(ός) του Αγίου ενδόξου μεγαλομάρτυρος Γεωργίου δια συνδρομής των τότε ευρισκομένων προεστών κυρ Παγκρατίου, Ανθύμου, Παρθενίου και Ανανίου, ιγουμενεύωντος του Πανοσιοτάτου κυρ Δοσιθέου. Έγινεν έξοδος εις την οικοδομήν του ναού των αριθμών γρόσια 1000 σκαλισθέν δε και το ιερόν τέμπελον κατά το 1762 έγινεν και εις το σκάλισμα έξοδος γρόσια 552 ιστορίθη ο αυτός ναός χρυσωθέν ομού και το ιερόν τέμπλεων ιγουμενεύοντος του πανοσιοτάτου κυρ Μητροφάνους ετελιόθισαν κατά του 1768 Οκτωβρίου 6 δια χυρός καμού Παναγιότου του εξ Ιωαννίνων έγινεν έξοδος εις την ιστορίαν και χρίσωμα του τεμπλέου γρόσια 1334».[4]  Προηγουμένως, το 1754, είχε αγιογραφηθεί ο ναός από τον εξ Ιωαννίνων ζωγράφο Παναγιώτη. Πράγματι κατά κατά το β΄ήμισυ του 18ου αιώνα η Μονή απέκτησε δύναμη και πλήθος μοναχών συνέρρευσαν συγκροτώντας ισχυρή μοναχική αδελφότητα. Χριστιανοί από τη Νεμέα, την Επίδαυρο, τη Γαστούνη Ηλείας, την Πάτρα, την Άκρατα κλπ. με «ομολογίες» τους αφιέρωναν τα κτήματά τους σε αυτήν. Αλλά και ή Μονή ανταπέδωσε με τον καλύτερο τρόπο την προσφορά.  Έχοντας αρκετούς μορφωμένους μεταξύ των μοναχών της, «υπήρξε το κέντρον εν τη ορεινή Κορινθία ένθα προπαρεσκευάσθη ή περιοχή αύτη διά την Επανάστασιν». Η Μονή υπήρξε όχι μόνο θεματοφύλακας των θρησκευτικών και εθνικών παραδόσεων στα χρόνια της Οθωμανοκρατίας, αλλά μεγάλο επαναστατικό κέντρο στα χρόνια του μεγάλου Αγώνα. Κατά την οθωμανική κυριαρχία διατηρούσε «Κρυφό Σχολειό». Ο τότε ηγούμενος Ναθαναήλ, αλλά και πολλοί μοναχοί, μυήθηκαν στη Φιλική Εταιρεία και προετοίμασαν με συστηματικό τρόπο την Επανάσταση στην περιοχή. Ο Παπαφλέσσας και άλλοι οπλαρχηγοί φιλοξενήθηκαν πολλές φορές στη Μονή, όπου οργανώθηκαν μυστικές συσκέψεις σχετικά με την πορεία του Αγώνα. Η Μονή προσέφερε στους αγωνιστές του 1821 9500 γρόσια, 15 οκάδες ασήμι, 500 γιδοπρόβατα, σιτάρι, κρασί και πολλά άλλα.Ο Φωτάκος[5] αναφέρει στους «Βίους Πελοποννησίων ανδρών», για τον ηγούμενο Ναθαναήλ ότι ήταν μεγαλόψυχος και παρακολουθούσε διαρκώς τον στρατηγό Νικήτα. Η Μονή είχε πάντοτε τρεις οπλοφόρους μοναχούς και διέθεσε όλα τα υπάρχοντα της στον Αγώνα. Οι αδελφοί της Μονής έτρεχαν στα στρατόπεδα και διένεμαν τροφές και άλλα χρήσιμα υπάρχοντα στους αγωνιστές. Την Ιερά Μονή του Αγίου Γεωργίου χρησιμοποίησε επανειλημμένα ως βάση και ορμητήριο του ο Γέρος του Μωριά Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, όπως άλλωστε αναφέρει και ο ίδιος στα Απομνημονεύματα του. Στο Μοναστήρι αυτό εξαπέλυσε και τον φοβερό εκείνο λόγο «τσεκούρι και φωτιά εις τους προσκυνημένους», με τον όποιο προσπάθησε να αποτρέψει την περαιτέρω υποχωρητικότητα και τον συμβιβασμό των Ελλήνων έναντι του Οθωμανού δυνάστη. Ο ηγούμενος Ναθαναήλ κατέβαλε υπεράνθρωπες προσπάθειες προκειμένου να ανορθώσει τη Μονή από τις υλικές και οικονομικές ζημίες, που υπέστη  κατά τη διάρκεια του Απελευθερωτικού Αγώνα. Μετά την απελευθέρωση της Ελλάδος και τη δημιουργία του πρώτου Ελληνικού Κράτους, η Μονή, καθώς και τα άλλα Μοναστήρια της περιοχής, έλαβαν αυτοβούλως την απόφαση (1829) να προσφέρουν το απαιτούμενο ποσό για την ίδρυση και την ετήσια λειτουργία στην Κόρινθο του Ελληνομουσείου (σχολείου), με σκοπό τη μόρφωση των  ελληνόπουλων.Η θρησκευτική, εθνική και κοινωνική προσφορά της Μονής του Αγίου Γεωργίου Φενεού υπήρξε μεγάλη καθ’ όλη τη διάρκεια του ελεύθερου βίου του Έθνους, μέχρι την έλευση του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, οπότε άρχισε η παρακμή. Στα χρόνια της Κατοχής σχεδόν όλοι οι μοναχοί έπεσαν θύματα της φοβερής εμφύλιας διαμάχης και η Μονή κατέστη τόπος μαρτυρίου για πολλούς. Από τότε η Μονή δεν ανέκτησε την παλιά της αίγλη. Η περιουσία της δόθηκε σε ακτήμονες ή παραμένει αναξιοποίητη και η κοινωνική προσφορά της περιορίστηκε σημαντικά. Η Μητρόπολη Κορινθίας καταβάλλει μεγάλη προσπάθεια για τη συντήρησή της και η κατάστασή της από πλευράς υποδομών έχει βελτιωθεί τα τελευταία χρόνια σημαντικά. Σήμερα προβάλλει επιβλητικό, το τριώροφο και εντυπωσιακό οικοδόμημα που δεσπόζει πάνω από τη λίμνη. Στο κέντρο έχει ανοικοδομηθεί το Καθολικό, το οποίο αφιερωμένο στη μνήμη του Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου του Τροπαιοφόρου. Πρόκειται για βασιλική μετά τρούλου. Οι τοιχογραφίες του, Καθολικού είναι έργο του αγιογράφου Παναγιώτη, με σαφείς επιρροές από την Κρητική σχολή. Είναι «εκφραστικές, ζωντανές, μορφές απαλλαγμένες από το βάρος και την έννοια της επίγειας ζωής και δοσμένες με παραστατικότητα». Εντυπωσιακός είναι ο Παντοκράτωρας στον τρούλο, από τον όποιο κρέμεται εξαιρετικής τεχνικής ξύλινος χορός (πολυέλεος) με μινιατούρες, κατά την αντίστοιχη αθωνική μορφή. Το ξυλόγλυπτο τέμπλο φέρει εικόνες και παραστάσεις από την Παλαιά και την  Καινή Διαθήκη, διπλό δωδεκάορτο, καθώς και το μαρτύριο του Αγίου Γεωργίου. Στο Καθολικό είναι αποθησαυρισμένα τίμια λείψανα των αγίων Γεωργίου, Παντελεήμονος, Βλασίου, Παρασκευής, Μαρίνης και Θεοδώρου. Στην ψευδοροφή του πρόναου λειτουργούσε στα χρόνια της Οθωμανοκρατίας κρυφό σχολειό, το οποίο ανέγγιχτο διασώζεται μέχρι σήμερα. Πρόναος και κυρίως ναός επικοινωνούν με τρεις αψιδωτές θύρες. Περιμετρικά του Καθολικού έχουν ανοικοδομηθεί τα διώροφα ή τριώροφα κελλιά, με «ξύλινα πατώματα και κάγκελα συνεχόμενα με κεραμιδένιο στέγαστρο». Ακολουθούν οι ξενώνες και η τράπεζα. Από τα σημαντικότερα κτίσματα του συγκροτήματος είναι το πανύψηλο πέτρινο καμπαναριό, στη δυτική πλευρά των κελλιών.Στη Βιβλιοθήκη της Μονής φυλάσσονται αρκετά παλαιά βιβλία. Οι μοναχοί της ασχολούνται με τα καθιερωμένα διακονήματα, τη συντήρηση και ανακαίνιση της ιστορικής Μονής και την φιλοξενία των επισκεπτών που αφιερώνουν τον λιγοστό χρόνο για να βιώσουν την πνευματική γαλήνη και την ανάταση που αναδύουν από την ιερότητα του χώρου και το μεγαλείο της φύσης.